- παναραβιστής
- ο θηλ. παναραβίστρια οπαδός του παναραβισμού.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
παναραβιστής — ο, θηλ. παναραβίστρια οπαδός τού παναραβισμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + Άραβας + κατάλ. ιστής] … Dictionary of Greek